Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Γλώσσα των Φυσικών Επιστημών


 Η γλώσσα των Φ.Ε.  είναι μια φυσική, ειδική γλώσσα, αφού σύμφωνα με ταξινόμηση η οποία προτείνεται από τον Παπαδοπετράκη (1998)[1]: α) όλες οι γλώσσες χωρίζονται, σε πρώτο επίπεδο, σε Φυσικές και Τεχνητές  ανάλογα με το αν δημιουργήθηκαν από ανάγκες διανθρώπινης επικοινωνίας ή από ανάγκες επικοινωνίας ανθρώπου με μηχανή ή μηχανής με μηχανή, αντίστοιχα. Σε δεύτερο επίπεδο, οι φυσικές γλώσσες χωρίζονται σε καθομιλούμενες και ειδικές, ανάλογα με το αν χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της καθημερινότητας ή έχουν δημιουργηθεί από την ανάγκη καταγραφής, επεξεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και αναφέρονται σε μια πολύ συγκεκριμένη γνωστική περιοχή ή επιστημονικό πεδίο, όπως π,χ. η Φυσική, τα Μαθηματικά, η Βιολογία και άλλες. Ο όρος «ειδική γλώσσα» στη ελληνική βιβλιογραφία απαντάται και ως «γλώσσα ειδικότητας» (Φωτιάδου, 2004)[2].
Αποδεχόμενοι το γεγονός ότι η γλώσσα των Φ.Ε. είναι μια ειδική γλώσσα, το θέμα που  ανακύπτει είναι αν η γλώσσα των Φ.Ε., όπως και κάθε ειδική γλώσσα ή γλώσσα ειδικότητας, είναι διαφορετική ή αποτελεί υποσύνολο αυτού που ονομάζουμε γενική γλώσσα. Οι απόψεις των ειδικών άλλοτε συγκλίνουν και άλλοτε όχι. Για παράδειγμα, ο Phal (1972, όπως αναφέρεται στο Φωτιάδου, 2004)[3], υποστηρίζει ότι είναι εύκολο να διακρίνουμε τη συνάφεια ανάμεσα στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε καθημερινά και σε αυτή που αποκαλούμε γλώσσα ειδικότητας, αφού πολλές φορές στην καθημερινή ζωή χρησιμοποιούμε όρους επιστημονικούς, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί συνειδητή επιλογή επικοινωνίας, όπως συμβαίνει με τους επιστήμονες. Ο Vinger (1976, όπως αναφέρεται στο Φωτιάδου, 2004)[4], θεωρεί ότι η γλώσσα ειδικότητας μπορεί να θεωρηθεί ως μια ειδική καταγραφή συντακτικών δομών δανεισμένων από τη γενική γλώσσα οι οποίες, όμως, εμφανίζονται με μια συχνότητα διαφορετική από αυτή που παρατηρείται στη γενική γλώσσα.
Υιοθετώντας την παραπάνω άποψη η οποία υποστηρίζεται και από τον Lemke (1993)[5] που πιστεύει ότι όπως κάθε γνωστικό αντικείμενο, έτσι και οι Φυσικές Επιστήμες μπορεί να ιδωθούν ως ένας εξειδικευμένος τρόπος να μιλάς για αυτές. Υποστηρίζει ότι όλοι αναγνωρίζουμε μια «γλώσσα» που αφορά τα Οικονομικά, την Ιστορία, τη Γραμματική, την Ιατρική κ.ά αλλά ότι τελικά όλες αυτές οι «γλώσσες» αποτελούν μέρη της γενικής γλώσσας. Ο ίδιος, ειδικά για τις Φ.Ε., υποστηρίζει ότι ως αυτόνομος επιστημονικός κλάδος, έχει τη δική του γλώσσα, η οποία είναι εξειδικευμένη όχι μόνο λόγω του θεματικού της περιεχομένου (thematic content) αλλά και λόγω του ειδικού της ύφους (special style). Το ύφος  αυτό  διαμορφώνεται από την επιστημονική ορολογία, τη χρήση των λέξεων της καθημερινής ζωής στο πλαίσιο της Επιστήμης, τη Γραμματική και την αποφυγή υφολογικών μορφών που συχνά απαντώνται σε άλλα είδη γλώσσας (διήγηση, αφήγηση, διάλογο). Αρκετοί ερευνητές (Dimopoulos, Koulaidis, & Sklaveniti, 2005[6]; Halliday 1993[7]; Lemke 1993[8]) υποστηρίζουν ότι όσον αφορά τη Γραμματική υπάρχει μια προτίμηση στην παθητική φωνή και μια προτίμηση στα ουσιαστικά που προέρχονται από ρήματα, αντί των ίδιων των ρημάτων.
Ο γλωσσικός κώδικας που χρησιμοποιείται στις Φ.Ε. έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ότι αφορά τη συγγραφή των σχολικών βιβλίων, τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι  εκπαιδευτικοί που διδάσκουν Φ.Ε., αλλά κυρίως τον τρόπο που οι μαθητές/τριες διδάσκονται και «μαθαίνουν» αυτόν τον κώδικα. Πα­ρουσιάζει μια ορισμένη τυπικότητα, καθότι οι επιστημονικές έν­νοιες διατυπώνονται μέσα από ένα συνδυασμό της φυσικής γρα­πτής γλώσσας, της γλώσσας των Μαθηματικών ή της Χημείας και άλλων συμβολικών κωδικών (Κουλαϊδής, κ.ά, 2002)[9].


[1]Παπαδοπετράκης, Ε.(1998). Οι απαρχές του Μαθηματικού Λόγου. Στο: Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας (σελ. 241-247), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
[2]Φωτιάδου Τ. (2004). Γλώσσα ειδικότητας και γραμματισμός. Στο: Π.Παπούλια-Τζελέπη-Ε. Τάφα (Επιμ.), Γλώσσα και γραμματισμός στη νέα χιλιετία (σελ 205-211). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
[3] Φωτιάδου Τ. (2004). ό.π.
[4] Φωτιάδου Τ. (2004). ό.π.
[5] Lemke J. (1993). «Talking science: Language, learning, and values» ό.π.  σελ. 153.
[6] Dimopoulos, K., Koulaidis, B., & Sklaveniti, S. (2005). Towards a Framework of Socio-Linguistic Analysis of Science Textbooks:The Greek Case, Research in Science Education, 35: 173–195.
[7] Halliday, M. A. K., & Martin, J. R. (1993). «Writing science: Literacy and discursive power» ό.π. σελ. 54-69
[8] Lemke J. (1993). «Talking science: Language, learning, and values» ό.π.  σελ. 21.
[9] Κουλαϊδής, Β. κ.ά. (2002). «Τα κείμενα της Τεχνο-Επιστήμης στο δημόσιο χώρο» ό.π. σελ. 116-121.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου